Yπό κατάρρευση το κυρίαρχο καπιταλιστικό μοντέλο σύμφωνα με τον ΟΗΕ- Ανάγκη για ενεργειακή και οικονομική μετάβαση

Photo by Todd Trapani

«Ζούμε σε μια εποχή αναταραχής και βαθιάς αλλαγής των ενεργειακών και υλικών θεμελίων της οικονομίας. Η εποχή της φτηνής ενέργειας φτάνει στο τέλος της. Επειδή οι οικονομίες για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία στρέφονται σε ενεργειακές πηγές που είναι λιγότερο αποδοτικές, η παραγωγή χρήσιμης ενέργειας (εξέργεια) θα απαιτήσει περισσότερη, και όχι λιγότερη, προσπάθεια εκ μέρους των κοινωνιών για την τροφοδότηση τόσο των βασικών όσο και των μη βασικών ανθρώπινων δραστηριοτήτων»

 

Με αυτά τα λόγια ξεκινά η Έκθεση Παγκόσμιας Βιώσιμης Ανάπτυξης (GSDR) για το 2019 που έγινε για λογαριασμό του ΟΗΕ από μια ομάδα Φινλανδών βιοφυσικών του BIOS Research Unit στο Ελσίνκι. Σύμφωνα με τους συντάκτες της, ήδη η παγκόσμια οικονομία έχει εξαντλήσει τις αντοχές των οικοσυστημάτων, παράγοντας διαρκώς «φύρα» μέσω των ενεργειακών και υλικών δραστηριοτήτων της, με τη μεγαλύτερη φύρα όλων να είναι η κλιματική αλλαγή.

Μάλιστα επισημαίνουν πως πέραν του περιβαλλοντικού κινδύνου, οι ίδιες οι οικονομίες βρίσκονται σε ούτως ή άλλως δεινή θέση, καθώς η επιβραδυμένη ανάπτυξη, η κρίση χρέους, η ανεργία και οι αυξανόμενες οικονομικές ανισότητες σε συνδυασμό με την πολιτική αστοχία στη διαχείριση όλων αυτών, δημιουργούν μια κατάσταση την οποία χαρακτηρίζουν ως «δραματική».

 

Μοντέλο υπό κατάρρευση

Η έκθεση συνεχίζει υποστηρίζοντας πως παρά την (μικρή έστω) πρόοδο που έχει συντελεστεί σε οικονομικό-θεωρητικό επίπεδο, οι κυβερνήσεις των πλουσίων κυρίως κρατών συνεχίζουν να αγνοούν τις συνέπειες του μοντέλου που ακολουθείται και αυτό γιατί όλες οι κυρίαρχες σήμερα οικονομικές θεωρίες αναπτύχθηκαν κατά την περίοδο της ενεργειακής και υλικής αφθονίας. Επομένως, «βασίζονται στην προϋπόθεση της συνεχιζόμενης ενεργειακής και υλικής ανάπτυξης» και άρα «δεν είναι επαρκείς ώστε να εξηγήσουν την τρέχουσα αναταραχή».

Εξάλλου, όπως τονίζουν, το σημερινό οικονομικό μοντέλο δοκιμάστηκε ήδη από τις πετρελαϊκές κρίσεις των δεκαετιών του ’70 και του ’90, ωστόσο «δεν έγινε καμία σημαντική θεωρητική ή πολιτική αλλαγή».

Συνεπώς, σύμφωνα με το πνεύμα της έκθεσης η προσαρμογή στα νέα δεδομένα είναι αναπόφευκτη, μιας και το μοντέλο όχι μόνο έχει αποτύχει, αλλά και η ίδια του η φύση είναι τόσο προβληματική που δεν του επιτρέπει να ανακάμψει. Η ροπή του καπιταλισμού προς την υπερκατανάλωση και η επιδίωξη του για συνεχή οικονομική ανάπτυξη «βρίσκει» πλέον στο ταβάνι που λέγεται οικολογική κρίση.

Η ενεργειακή μετάβαση θα έρθει μοιραία, προκειμένου να αντιμετωπιστούν απειλές όπως η ραγδαία επιδείνωση του κλίματος και η τεράστια απώλεια βιοποικιλότητας. Οι ανανεώσιμες πηγές όμως θα προσφέρουν λιγότερη ενέργεια. Το ζητούμενο λοιπόν είναι το πως θα ανταπέξελθουμε στην μετάβαση.

 

«Νέος τρόπος οικονομικής σκέψης για τα ταραχώδη χρόνια που έρχονται»

Σύμφωνα με την έκθεση, δεν έχουν γίνει προσπάθειες για την ανάπτυξη μοντέλων, τα οποία θα μπορούσαν να έχουν ευρεία εφαρμογή και να δώσουν λύση στο πρόβλημα. Ωστόσο αναφέρεται, πως ήδη υπάρχουσες (αλλά παραγκωνισμένες) οικονομικές θεωρίες μπορούν να βοηθήσουν, ώστε να επιτευχθεί μια νέου τύπου οικονομία που θα μειώσει δραστικά το «αποτύπωμα» στο περιβάλλον και παράλληλα θα διασφαλίσει «περισσότερες ίσες ευκαιρίες για μια καλή ανθρώπινη ζωή».

Στη συνέχεια, αναλύεται το σχέδιο σε δύο βασικούς άξονες: ενεργειακή και οικονομική μετάβαση.

Όσον αφορά στη πρώτη, προτείνονται μια σειρά από γενναία μέτρα, τα οποία περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων μηδενικές εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου μέχρι το 2050 (για τις ΗΠΑ και την Ευρώπη μέχρι το 2040), κατασκευή υποδομών για την αποθήκευση ενέργειας, στροφή στην ηλεκτροκίνηση και ευρεία χρήση εναλλακτικών μέσων μεταφοράς (ποδήλατο), αλλαγές στο σχεδιασμό των πόλεων, μείωση των εμπορευματικών μεταφορών και της αεροπλοΐας, γενικότερη μείωση των μετακινήσεων μέσω και της πρόβλεψης για μικρές αποστάσεις μεταξύ σπιτιού και δουλειάς, επίτευξη αυτάρκειας για κάθε χώρα σε επίπεδο τροφής αντί για εισαγωγή τροφίμων, υιοθέτηση χορτοφαγικής περισσότερο διατροφής, χρήση του ξύλου στην κατασκευή των σπιτιών κλπ.

Επιπλέον, σημειώνεται πως οι αλλαγές αυτές πρέπει να συνδυαστούν με νέο οικονομικό μοντέλο, άλλωστε η οικονομία είναι αυτή που ευθύνεται για την εκτράχυνση της κατάστασης.

 

«Οι αγορές δεν μπορούν να επιτελέσουν το έργο»

Oι συντάκτες της έκθεσης, με επικεφαλής τον βιοφυσικό-οικονομολόγο Dr. Paavo Järvensivu, αποδομούν τις ιδέες των νεοκλασικών οικονομικών, αμφισβητώντας την διαδεδομένη πεποίθηση πως οι «αγορές» αυτορρυθμίζονται ή οδηγούν σε ισορροπία. Αντίθετα, όπως σημειώνουν, «οι καπιταλιστικές οικονομίες τείνουν να δημιουργούν «φούσκες» και άλλες κρίσεις. Από μόνες τους οι αγορές δεν οδηγούν σε επιθυμητά κοινωνικά και οικολογικά αποτελέσματα»

Για το λόγο αυτό, προτείνουν την υιοθέτηση ιδεών που παραπέμπουν περισσότερο στην μετά-Κεϋνσιανή οικονομική θεωρία όπως ενεργή πολιτική καθοδήγηση των αγορών, εγγυημένες δουλειές για όσους είναι ικανοί και επιθυμούν να δουλέψουν, επιστροφή σε εθνικά νομίσματα, οργάνωση της οικονομίας με βάση κοινωνικούς στόχους και υλικούς περιορισμούς κλπ. Παράλληλα, συμπληρώνουν πως υπάρχουν και άλλες οικονομικές θεωρίες που μπορούν να υποστηρίξουν μια ευεργετική για την κοινωνία και το περιβάλλον μετάβαση, αρκεί να υπάρξει η πολιτική συμφωνία στους στόχους και στην ανάγκη για αλλαγή μοντέλου.

 

Κόντρα στα κυρίαρχα συμφέροντα η μετάβαση, αλλά προς όφελος των χωρών

H έκθεση καταλήγει πως αν και είναι δύσκολο να προβλεφθεί επακριβώς το συνολικό αποτέλεσμα, η γενική κατεύθυνση δείχνει προς «μοναδικές, αυτόνομες οικονομίες και κοινωνίες που εμπλέκονται σε ρυθμισμένο διεθνές εμπόριο για συγκεκριμένους λόγους, όπως η ασφάλεια των τροφίμων, και όχι για χάρη του ελεύθερου εμπορίου ως αρχή». Η οικονομία θα πρέπει να μετατραπεί από αυτοσκοπός σε εργαλείο για ένα καλύτερο επίπεδο ζωής.

Τονίζουν ωστόσο, ότι το συγκεκριμένο μοντέλο αντίκειται στα συμφέροντα της κυρίαρχης διεθνούς πολιτικής τάξης πραγμάτων, η οποία είναι οργανωμένη γύρω από το ελεύθερο εμπόριο. «Βασικοί διεθνείς οργανισμοί, όπως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, το οποίο είναι γνωστό για τις πολιτικές ιδιωτικοποίησης και εξαγωγικής βιομηχανίας, θα πρέπει να αναπροσαρμοστούν»

Άλλωστε, θεωρούν πως η κλιματική απειλή αφορά τους πάντες και είναι πραγματικά προς το συμφέρον των χωρών να αλλάξουν στάση.

«Λαμβάνοντας υπόψη τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει σήμερα η εφαρμογή σημαντικών διεθνών συμφωνιών, ο πιο πιθανός τρόπος για την έναρξη της μετάβασης στη βιωσιμότητα θα ήταν μια ομάδα προοδευτικών κρατών να πάρει την πρωτοβουλία. Αυτό θα απαιτούσε οικονομική σκέψη που θα επέτρεπε αφενός τη δημιουργία μεγάλων δημόσιων επενδυτικών προγραμμάτων και αφετέρου ισχυρή ρύθμιση και περιβαλλοντικά ανώτατα όρια»

 

 

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.


*