Σάμιουελ Μπέκετ | Καταδικασμένος σ’ έναν αιώνιο μονόλογο

Samuel Beckett mural by Alex Martinez

Γνωστός για την βαθιά απαισιοδοξία του έργου του που -σύμφωνα με τον ίδιο- «είχε τουλάχιστον τη δύναμη να πληγώσει», τον κυνισμό του χιούμορ του και την διαρκή αμφισβήτηση των πάντων (ακόμα και του εαυτού του), ο Ιρλανδός λογοτέχνης, ποιητής και θεατρικός συγγραφέας Samuel Beckett γεννήθηκε στο Δουβλίνο, στις 13 Απρίλη του 1906.

Και παρά το καλοδουλεμένο σκοτεινό κλίμα που καλλιεργούσε στις ιστορίες του, όπου άνθρωποι ανήμποροι βρίσκονται αντιμέτωποι με ανυπέρβλητα εμπόδια, μάλλον κάτι πολύ αισιόδοξο ήθελε να μοιραστεί: το ταξίδι είναι που μετρά και όχι τα εμπόδια, η χειραφέτηση του ανθρώπου και όχι τα υπαρξιακά τέλματα μιας δύσκολης ζωής.

Τα σκαλοπάτια δεν ήταν πολλά. Τα είχα μετρήσει χιλιάδες φορές, ανεβαίνοντας ή κατεβαίνοντας, αλλά πόσα ήταν το μυαλό μου δεν το συγκρατούσε. Ποτέ δεν κατάλαβα αν πρέπει να πεις ένα, με το ένα πόδι στο πεζοδρόμιο, δυο όταν το άλλο πόδι πατά στο πρώτο σκαλοπάτι κι ούτω καθεξής ή μήπως το πεζοδρόμιο δε θα 'πρεπε να υπολογίζεται. Στο ίδιο δίλημμα σκόνταφτα και στο κεφαλόσκαλο. Κι από την αντίθετη κατεύθυνση, δηλαδή από τη κορφή προς τα κάτω, το ίδιο ήταν, η έκφραση υστερεί. Δεν ήξερα από που ν' αρχίσω και που να τελειώσω, αυτό ήταν το πρόβλημα. Κατέληξα λοιπόν σε τρεις εντελώς διαφορετικούς αριθμούς, χωρίς ποτέ να μάθω ποιος απ' όλους ήταν ο σωστός. Κι όταν λέω ότι δεν έχω συγκρατήσει τον αριθμό στο νου μου, θέλω να πω πως εκεί, στο νου μου, δε βρίσκεται πια κανείς από τους τρεις αριθμούς. 

[...] 'Αλλωστε δεν έχει και μεγάλη σημασία πόσα είναι τελικά τα σκαλοπάτια. Σημασία έχει να θυμάσαι ότι δεν ήταν πολλά

«Διωγμένος»

Ο Μπέκετ είχε ζήσει τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, στον οποίο είχε και ενεργή συμμετοχή, βοηθώντας και ενεργώντας για λογαριασμό της γαλλικής αντίστασης μαζί με τη γυναίκα του Σουζάν, την οποία και κατάφερε κάποια στιγμή να σώσει από τα χέρια των Ναζί. Για τη δράση του είχε τιμηθεί από τη γαλλική κυβέρνηση.

Ωστόσο, όπως συμβαίνει και με τους περισσότερους λογοτέχνες που γνώρισαν τη φρίκη του πολέμου, το έργο του αποπνέει μια αίσθηση κενού, απόγνωσης, ολοκληρωτικής συντριβής.

 Ήξερα κάποτε έναν τρελό που νόμιζε πως έφτασε το τέλος του κόσμου. Ήταν ζωγράφος. Τον συμπαθούσα πολύ. Πήγαινα και τον έβλεπα στο ψυχιατρείο. Τον έπαιρνα απ' το χέρι και τον έσερνα ως το παράθυρο. Κοίτα λοιπόν εκεί. Όλο εκείνο το στάρι που ψηλώνει Κι εκεί τις ψαροπούλες με τ' ανοιχτά πανιά. Όλη αυτή η ομορφιά.. Μου τράβαγε το χέρι και γύριζε στη γωνιά του. Δεν είχε δει άλλο από στάχτες. Μονάχα εκείνος είχε γλιτώσει 

«Τέλος του παιχνιδιού»

Η παραδοξότητα αποτελεί σήμα κατατεθέν του Μπέκετ. Στο διασημότερο ίσως έργο του δυο άνθρωποι περιμένουν κάποιον που δεν έρχεται ποτέ. Κάποια στιγμή αποφασίζουν να φύγουν, όμως παραμένουν εκεί. Τα πράγματα δείχνουν να επαναλαμβάνονται, αλλά οι ίδιοι φαίνεται να έχουν ξεχάσει. Φτάνουν στο σημείο να θέλουν να αυτοκτονήσουν, αλλά αποτυγχάνουν. Αποφασίζουν και πάλι να φύγουν, όμως είναι ακόμα εκεί.

Μαζί με το παράδοξο και το μεταφορικό. Ο «Γκοντό» παίχτηκε σε μια σχεδόν άδεια σκηνή. Κανένας απολύτως ρεαλισμός, το νόημα θα έπρεπε να επινοηθεί.

Και για τους περισσότερους ο Γκοντό ήταν ο ίδιος ο Θεός, η διαρκής ελπίδα, ίσως και απελπισία του ανθρώπου. Όχι όμως και για τον Μπέκετ που εντελώς κυνικά και παράδοξα έλεγε πως ούτε γνωρίζει ούτε είχε σκεφτεί ποτέ ποιος είναι ο Γκοντό.

Εξάλλου, υποστήριζε πως δεν είχε τίποτε να εκφράσει για οτιδήποτε ή προς οποιονδήποτε, πέραν της υποχρέωσης να εκφραστεί.

Θα πάψετε επιτέλους να με σκοτίζετε με αυτόν τον καταραμένο τον χρόνο σας; Κατάντησε ανυπόφορο. Πότε! Πότε! Μια μέρα, δε σας αρκεί αυτό; Μια μέρα σαν όλες τις άλλες μουγγάθηκε, μια μέρα τυφλώθηκα, μια μέρα θα κουφαθούμε, μια μέρα γεννηθήκαμε, μια μέρα θα πεθάνουμε, την ίδια μέρα, την ίδια στιγμή. Αυτό δε σας φτάνει; Γεννάνε καβάλα στον τάφο, λάμπει το φως για μια στιγμή κι έπειτα πάλι έρχεται η νύχτα.

«Περιμένοντας τον Γκοντό»

Όλες του οι αντιφάσεις συμπυκνώνονται στις Ευτυχισμένες Μέρες. Όλη η αδυναμία του ανθρώπου απέναντι στην ίδια του την ύπαρξη, όλη η απαισιοδοξία και η απόγνωση, μετατρέπονται σε λύτρωση και αισιοδοξία, σε διακωμώδηση και διασκέδαση της ίδιας της φθοράς.

Σαν μια ανασκόπηση ολόκληρου του σπουδαίου έργου του, για το οποίο έλεγε με νόημα πως δεν γεννήθηκε από την παντογνωσία, αλλά από «άγνοια και ανημποριά»

Συνεχώς αναβάλλει κανείς να ανοίξει η ομπρέλα από φόβο μήπως ανοίξει η ομπρέλα νωρίς και η μέρα περνάει και δεν έχει ανοίξει η ομπρέλα καθόλου. Α ναι, τόσο λίγα να πει κανείς, τόσο λίγα να κάνει και ο φόβος τόσο μεγάλος κάποιες μέρες, μήπως βρεθείς στο έλεος του Θεού, ώρες μπροστά να κυλήσουν ως το κουδούνι για ύπνο και τίποτα πια να πει κανείς, τίποτα πια να κάνει, πώς οι μέρες περνούν, κάποιες μέρες περνούν, πάει περνούν , το κουδούνι χτυπάει και λίγα ειπωμένα ή τίποτα, λίγα καμωμένα ή τίποτα. [...] Κουράστηκα να την κρατώ ψηλά και δεν μπορώ να την αφήσω κάτω [...] Η λογική μου λέει άστην κάτω Γουίνι δε σε βοηθάει τώρα [...] όχι κάτι πρέπει να γίνει στον κόσμο, να συμβεί κάποια αλλαγή, εγώ δεν μπορώ [...] Γουίλυ βοήθεια [...] Πρόσταξε με ν' αφήσω αυτό το πράγμα κάτω Γουίλυ, θα σε υπάκουα στο λεπτό, όπως έκανα πάντα [...] Δεν μπορείς; Ε καλά δεν σε κακίζω [...] Πώς είναι δυνατόν εγώ που δεν μπορώ να κινηθώ, να κατακρίνω τον Γουίλυ μου που δεν μπορεί να μιλήσει

«Ευτυχισμένες μέρες»

Και αυτό που κάνει ακόμα πιο ξεχωριστό το έργο του, είναι η βαθιά του διαχρονικότητα. Παρόλο που ο ίδιος ο δημιουργός μας καλούσε να μην το αναλύουμε και να μην ψάχνουμε νοήματα σ’ αυτό, μοιάζει αδύνατο να μην διακρίνει κανείς την ίδια αδιέξοδη περιπλάνηση σε αφιλόξενα περιβάλλοντα που διαχρονικά «σημαδεύει» την ανθρώπινη ύπαρξη.

Στην εποχή του μάλιστα, πολλοί αποδοκίμασαν τα έργα του. Απέτυχαν να καταλάβουν το συμβολισμό και όταν ο «Γκοντό» επρόκειτο να βραβευθεί, υπήρξαν σφοδρές αντιδράσεις. Οι υπεύθυνοι της εφημερίδας Evening Standard αναγκάστηκαν να του δώσουν τελικά το βραβείο του «πιο αμφιλεγόμενου έργου» (ένα βραβείο που δεν ξαναδόθηκε ποτέ) για να κατευνάσουν όσους το θεωρούσαν «κακό».

Αρκετές δεκαετίες μετά, συνεχίζουμε να περιμένουμε τον Γκοντό

Θά 'ρθει η ώρα που θα 'σαι τυφλός. Σαν και μένα. θα 'σαι καθισμένος, κάπου, ένα σβωλαράκι χαμένο μέσα στο κενό, για πάντα, στο σκοτάδι. Σαν και μένα. Θά 'ρθει ώρα που θα πεις: Είμαι κουρασμένος, ας πάω να καθίσω, και θα πας να καθίσεις. Έπειτα θα πεις, Πεινάω, θα σηκωθώ και θα ετοιμάσω κάτι να φάω. Αλλά δε θα σηκωθείς, θα πεις, Δεν έκανα καλά που κάθισα, αλλά μια και κάθισα, ας μείνω ακόμα για λίγο καθιστός, κι έπειτα σηκώνομαι κι ετοιμάζω κάτι να φάω. Αλλά δε θα σηκωθείς και δε θα ετοιμάσεις να φας. Θα κοιτάξεις τον τοίχο για λίγο, κι έπειτα θα πεις, θα κλείσω τα μάτια μου, ίσως και να κοιμηθώ λιγάκι, μετά θα αισθάνομαι καλύτερα, και θα τα κλείσεις. Κι όταν τα ξανανοίξεις, δε θα υπάρχει πια τοίχος. Θα σε περιζώνει η απεραντοσύνη του κενού που κι όλοι οι νεκροί να ζωντάνευαν από καταβολής κόσμου, πάλι δε θα το γέμιζαν, κι εσύ θα 'σαι σαν το χαλικάκι καταμεσίς στη στέπα. Ναι, θά 'ρθει ώρα που θα καταλάβεις, που θα 'σαι σαν και μένα, μόνο που εσύ δε θα 'χεις κανέναν, γιατί δε θα 'χεις σπλαχνιστεί κανέναν και γιατί δε θα υπάρχει πια κανένας να τον σπλαχνιστείς.

«Τέλος του παιχνιδιού»

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.


*