Τρόμος και Έκσταση: Η ταραχώδης διαδρομή ενός περιθωριακού ως την αθανασία

Αν και θεωρείται ένας από τους σπουδαιότερους ποιητές της παγκόσμιας λογοτεχνίας, ο Σαρλ Μπωντλαίρ κυνηγήθηκε όσο ελάχιστοι στην εποχή του. Γεννήθηκε στις 9 Απριλίου  του 1821 και απεβίωσε, σαν σήμερα, στις 31 Αυγούστου του 1867, παραγκωνισμένος και σχεδόν «αφορισμένος» από τον καθωσπρεπισμό της γαλλικής αστικής τάξης που καταδίκασε την τέχνη του.

Ο Μπωντλαίρ γεννήθηκε στο Παρίσι, έχοντας ως πρώτο πρότυπο τον (ιδιαίτερα καλλιεργημένο και εμπνεόμενο από τα ιδανικά του γαλλικού Διαφωτισμού) πατέρα του. Γρήγορα όμως θα έβλεπε να έρχονται τα πάνω-κάτω στη ζωή του, καθώς ο πρόωρος θάνατος του πατέρα του συνοδεύτηκε από τον γάμο της μητέρας του με έναν εκ διαμέτρου αντίθετο άνθρωπο, τον συνταγματάρχη Οπίκ.

Οι αξίες και τα ιδανικά του Οπίκ δεν είχαν καμία σχέση με την κοσμοθεωρία του Μπωντλαίρ, ο οποίος στο πρόσωπο του πατριού του απέρριψε συνολικά τις αξίες και τα ιδανικά της γαλλικής αστικής τάξης. Στο λύκειο, αν και είναι καλός μαθητής, είναι παράλληλα εντελώς απείθαρχος, με αποτέλεσμα να αποβληθεί οριστικά. Περνά το επόμενο διάστημα πίνοντας και μεθώντας στα στέκια των καλλιτεχνών.

Αν κάποτε στα σκαλιά ενός παλατιού, στο πράσινο γρασίδι
μιας τάφρου, στη μουντή μοναξιά του δωματίου
ξυπνήσεις ξεμέθυστος πια, ρώτα τον άνεμο, ρώτα το κύμα,
το πουλί, το ρολόι, κάθε τι που φεύγει,
κάθε τι που στενάζει, κάθε τι που κυλάει, που τραγουδάει, που μιλάει·
ρώτα τι ώρα είναι; Κι ο άνεμος, το κύμα, το άστρο, το πουλί, το ρολόι,
θα σου απαντήσουν: Είναι η ώρα της μέθης!
Για να γίνεις ο μαρτυρικός σκλάβος του χρόνου, μέθα· μέθα αδιάκοπα!
Αλλά με τι; Με ρακή, με κρασί, με ποίηση, με αρετή…
-Με ό,τι θέλεις, αλλά μέθα!

«Μέθα»

Κατά την ενηλικίωση, παρακινημένος και από την οικογένειά του, που έχει αρχίσει να φοβάται τον τρόπο ζωής του, αποφασίζει να εγκαταλείψει τη Γαλλία και να ταξιδέψει στην Ινδία. Το ταξίδι του εξελίσσεται σε αποτυχία και αποφασίζει να γυρίσει πίσω στη Γαλλία, όχι όμως και στην οικογένειά του. Αρχικά, ερωτεύεται μια νεαρή μιγάδα, τη Ζαν Ντυβάλ και στη συνέχεια παραδίδεται στις ηδονές και την εξαθλίωση, φτάνοντας μέχρι το σημείο να τεθεί υπό δικαστική επιτήρηση.

Την ίδια στιγμή που βρίσκεται στη δίνη του προσωπικού του κατήφορου, συνθέτει ποιήματα και εργάζεται ως κριτικός τέχνης και δημοσιογράφος, προσπαθώντας να εξασφαλίσει τον βιοπορισμό του, ενώ το 1848 συμμετέχει ενεργά στην εξέγερση των εργατών του Παρισιού, η οποία ονομάστηκε «επανάσταση των οδοφραγμάτων» και χαρακτηρίστηκε ως μάχη για την συντριβή ή διατήρηση του αστικού συστήματος.

«Τα Άνθη του Κακού»-Photo Credit: Wiki Commons

Το 1857 εκδίδονται τα Άνθη του Κακού, ίσως η σημαντικότερη ποιητική του συλλογή, αλλά ταυτόχρονα και αυτή που γνώρισε τη μεγαλύτερη κατακραυγή. Τα γαλλικά δικαστήρια την κηρύσσουν καταδικαστέα για προσβολή των δημοσίων ηθών, καθώς μέσω αυτής ο Μπωντλαίρ ασκεί δριμεία επίθεση στην πραγματικότητα των αστικών μεγαλουπόλεων, αποτυπώνοντας τα άγχη και τις ματαιώσεις της εποχής του σε ένα κλίμα βαθύτατα νοσηρό, αλλά την ίδια στιγμή ποιητικά αριστουργηματικό. Παράλληλα, καλείται να πληρώσει ένα βαρύτατο για τα δεδομένα της εποχής πρόστιμο.

Τα Άνθη επανακυκλοφορούν το 1861 με πρόσθετο περιεχόμενο, αλλά και με την αφαίρεση 6 ποιημάτων κατόπιν δικαστικής απόφασης. Στις μέρες μας, θεωρούνται από τα επιδραστικότερα έργα της παγκόσμιας ποίησης (έχοντας επηρεάσει σπουδαίους ποιητές όπως οι Ρεμπώ και Βερλαίν) και πρόδρομος της μοντέρνας ποίησης στην Ευρώπη.

Πεθαίνει στο Παρίσι το 1867, νικημένος από το ανελέητο κυνήγι της «καλής κοινωνίας» και τους προσωπικούς του δαίμονες που τον οδήγησαν στη σύφιλη και αργότερα στην εκδήλωση αφασίας. Ένα χρόνο αργότερα κυκλοφορεί η τρίτη έκδοση των Άνθεων. Ο Μπωντλαίρ δε θα ζει για να το δει, αλλά ούτως ή άλλως η αποκατάσταση του έργου του και του ίδιου ως ποιητή θα αργήσει πολύ ακόμα, καθώς η καταδικαστική απόφαση του 1857 θα ανακληθεί σχεδόν έναν αιώνα αργότερα, το 1949.

Ο σπουδαίος λογοτέχνης Βίκτωρ Ουγκό υπήρξε μεγάλος θαυμαστής του έργου του, ενώ αντίθετα η κραταιά εφημερίδα Le Figaro του άσκησε χυδαία κριτική, αμφιβάλλοντας δημόσια όχι μόνο για την λογοτεχνική του αξία, αλλά ακόμα και για την πνευματική του υγεία.

Τι έχεις, Μούσα μου φτωχή, σήμερα δε μου λες;
Φάσματα νύχτια τ’ αμαυρά τα μάτια σου κοιτάνε
και βλέπω από την όψη σου μια-μια ν’ αντιπερνάνε
τρέλα και φρίκη, σκοτεινές, κρύες και σιωπηλές

«Η άρρωστη μούσα»

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.


*