«Gotham is burning»

Gotham’s lost its way. 
It’s one of the reasons why I’m considering a run for mayor. 
What kind of coward would do something that coldblooded? 
Someone who hides behind a mask. 
Someone who is envious of those more fortunate than themselves. 
Yet they’re too scared to show their own face. 
And it’s those kind of people that change for the better, 
those of us who’ve made something of our lives, 
will always look at those who haven’t, as nothing but clowns.
[Arthur laughs]

Έχοντας κερδίσει τον Χρυσό Λέοντα στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας και πατώντας πάνω  σε ενθουσιώδεις κριτικές, ο νέος «Joker» σπάει ρεκόρ στις αίθουσες, προσελκύοντας όλο και περισσότερο κόσμο και φιγουράροντας ως η ταινία της χρονιάς, της δεκαετίας, για κάποιους ανυπόμονους ίσως και του αιώνα.

Προφανώς και είναι νωρίς για τέτοιους υπολογισμούς, όπως επίσης είναι λογικό ο παγκόσμιος κινηματογράφος να κρύβει ή να επιφυλάσσει «διαμάντια» πιο αστραφτερά από το Joker. Η φρενίτιδα ωστόσο γύρω από το συγκεκριμένο φιλμ μόνο τυχαία δεν είναι και το αποτύπωμα που (φαίνεται πως) αφήνει θυμίζει σε πολλά ταινίες-ορόσημα τύπου «Fight Club».

Άσχετα λοιπόν με το αν πρόκειται όντως για την απόλυτη -σε όρους ποιότητας- ταινία (σίγουρα πρόκειται για ένα αριστουργηματικό φιλμ, με μια οσκαρική ερμηνεία που πάει σε άλλα επίπεδα την έννοια της «εσωτερικότητας» και μοιάζει να αναβαθμίζει ακόμα και τον -θρυλικό πια- Τζόκερ του Χιθ Λέτζερ), αυτό που φαντάζει σχεδόν δεδομένο είναι πως αποτελεί το «φιλμ της γενιάς του», ποτισμένο όσο κανένα άλλο με το πνεύμα της εποχής και ικανό να μεταφέρει στην μεγάλη οθόνη το εδώ και το τώρα του δυτικού πολιτισμού.

Humans of Late Capitalism

 

«Ο Μεγάλος μας Πόλεμος είναι πνευματικός πόλεμος» ακούγεται στο Fight Club, την ταινία που θεωρείται πως «έκλεισε» ιδανικά τον προηγούμενο αιώνα, λειτουργώντας μέχρι και σήμερα ως σημείο αναφοράς για μια ολόκληρη εποχή. Μάλλον ήρθε η ώρα που η σκυτάλη παραδίδεται στον επόμενο «τρελό» που θα μιλήσει για τον ακήρυχτο πόλεμο του σήμερα.

Ο νέος Τζόκερ είναι γεμάτος ένταση. Μια ένταση που δεν αντικατοπτρίζεται μόνο στο κινηματογραφικό πανί ή στα ρεκόρ εισιτηρίων, αλλά διαχέεται στο δημόσιο διάλογο. Ο χαμός γύρω από την ταινία είναι, αν όχι πρωτοφανής, τουλάχιστον ασυνήθιστος. Από τη μια οι υπέρμαχοι, από την άλλη οι επικριτές. Μες στο παινδαιμόνιο και κάποιοι που υποστηρίζουν πως δε θα τη δουν μόνο και μόνο λόγω του ντόρου που έχει προκαλέσει.

Ταυτόχρονα, η προσπάθεια να νοηματοδοτηθεί (ή και να απο-νοηματοδοτηθεί) ο Τζόκερ είναι εμφανής. Πλήθος κειμένων επιχειρούν να σχολιάσουν από κοινωνική, πολιτική και πολιτισμική σκοπιά την ταινία. Στην Athens Voice γράφτηκε πως η ταινία «δεν είναι κοινωνιολογική μελέτη, ούτε ψυχιατρική έρευνα, ούτε πολιτικό μανιφέστο», κάτι που προς στιγμήν μας έκοψε τη φόρα. Χαρακτηριστικό είναι και το άρθρο της πρώην υπουργού Μιλένας Αποστολάκη με τίτλο «Είναι ο Τζόκερ αθώος;» που προσπαθεί να θέσει όχι τόσο τον ίδιο τον Τζόκερ όσο το κοινό προ των ευθυνών του.

«η κουλτούρα της βίας απενοχοποιείται, αποκτά αγαθό πρόσημο και συνιστά μηχανισμό απονομής κοινωνικής δικαιοσύνης» υποστηρίζει η κα Αποστολάκη. Ο Τζόκερ ωστόσο δεν πρωτοτυπεί στην βία, ίσα ίσα. Έρχεται τελευταίος και κατα-ιδρωμένος ύστερα από δεκαετίες ωμής κινηματογραφικής και τηλεοπτικής βίας. Ούτε το αγαθό του πρόσημο ή ο μηχανισμός απονομής δικαιοσύνης είναι κάτι που συμβαίνει πρώτη φορά, μιας και τα ίδια θα μπορούσαν να ειπωθούν και για τον Ράμπο ή τους G.I JOE που μάλιστα απευθύνονταν σε παιδιά.

Άρα μάλλον το πρόβλημα βρίσκεται αλλού. Βαθιά κρυμμένο στον ταραγμένο ψυχισμό ή τη νοητική διαύγεια του «γελωτοποιού».

«Δεν περιμένω τίποτα και αποδέχομαι τα πάντα»

 

Παρακολουθώντας τη δημόσια συζήτηση, αυτό που κάνει ακόμα μεγαλύτερη εντύπωση είναι η προσπάθεια να συνδεθεί ο Τζόκερ με το alt-right κίνημα, με την αμερικανική ακροδεξιά δηλαδή και κυρίως με τους mass shooters που κατά καιρούς ξεπηδούν από τους κόλπους της, τους λεγόμενους «μοναχόλυκους» που ευθύνονται για πλήθος μαζικών δολοφονιών ανυποψίαστων και ανυπεράσπιστων πολιτών σε δημόσιους χώρους.

Βέβαια, τέτοιου είδους μαζικές δολοφονίες αποτελούν συνήθως «hate crimes» που λειτουργούν ως προέκταση της ρητορικής μίσους της alt-right, όταν π.χ κάποιος ένοπλος εισβάλει σε ένα gay bar ή μια συναγωγή, εξοργισμένος από τις σεξουαλικές προτιμήσεις ή τη θρησκεία των θυμάτων του.

Ακόμη και το υποψιασμένο σε αυτά τα θέματα Luben παρατηρεί αφενός πως «πολύς κόσμος έχει ανακηρύξει ήδη το Joker σε επίσημη ταινία» (σ.σ της αμερικανικής alt-right) και αφετέρου συνηγορεί πως «έχει όντως πολιτικά προβλήματα» και «πολιτικές αμφισημίες τις οποίες δεν διαχειρίζεται καθόλου καλά». Παρόλο που δεν παραθέτει πειστικά επιχειρήματα σχετικά με το «γιατί», επικαλείται τις όντως άστοχες δηλώσεις του σκηνοθέτη της ταινίας Todd Phillips ενάντια στην πολιτική ορθότητα που φέρνει το τέλος της κωμωδίας: «για δοκίμασε να είσαι αστείος στις μέρες μας με όλη αυτή την κουλτούρα της αφύπνισης (σ.σ woke culture). H κωμωδία δεν δουλεύει πια, γιατί όλοι οι αστείοι τύποι λένε χέστο δεν θέλω να προσβάλλω κανέναν».

Σημειωτέον, ο Phillips (γνωστός για ταινίες όπως το Hangover και το Road Trip) έχει μεν συμμετάσχει αλλά δεν είναι ο μόνος υπεύθυνος για τη συγγραφή του σεναρίου, το οποίο συνυπογράφει ο Scott Silver. Όσο για τις δηλώσεις του, πέρα από την προφανή αστοχία τους, δείχνουν και μια μη επαρκή κατανόηση του χαρακτήρα που (και) ο ίδιος δημιούργησε.

Η αστοχία βρίσκεται στο γεγονός πως σωστά περνάμε σιγά σιγά στην εποχή που μια ατάκα πρέπει να είναι πραγματικά αστεία για να γελάσουμε και όχι στερεοτυπική, κακοπροαίρετη ή εμπαθής κι αυτό αποτελεί πρόβλημα για τους κωμικούς που βγάζανε το ψωμί τους πατώντας πάνω σε γενικεύσεις (όπου οι ιδιότητες του τσιγκούνη, του κλέφτη, του ηλίθιου αποδίδονται σε συγκεκριμένα πρόσωπα και η υστερία στις γυναίκες) ή χλευάζοντας τον αδύναμο, τον φτωχό, τον διαφορετικό και ενεργοποιώντας αυτοματοποιημένα αντανακλαστικά και χαμηλά ένστικτα.

Ή όπως το έθεσε ο κωμικός Marc Maron (ο οποίος μάλιστα παίζει στο Joker) απαντώντας στις δηλώσεις Phillips:

«Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που είναι αστείοι αυτή τη στιγμή. Όχι απλά αστείοι, αλλά πραγματικά αστείοι. Υπάρχουν ακόμα ατάκες να ειπωθούν. Στην πραγματικότητα, το μόνο πράγμα που δεν υπάρχει, πολιτισμικά, σε αυτή τη συγκυρία – και όχι εξ ολοκλήρου – είναι να «χτυπάς» ξεδιάντροπα, καθαρά για την χαρά του να πληγώσεις ανθρώπους. Καθαρά για τον ενθουσιασμό και το γέλιο που μερικοί άνθρωποι παίρνουν προκαλώντας στους άλλους πόνο, κάνοντάς τους να νιώσουν άβολα ή να αισθάνονται αποκλεισμένοι. Τον ξέρετε αυτόν τον ενθουσιασμό. Δεν αποτελεί δικαιολογία. Αν φοβάσαι να δοκιμάσεις να κάνεις κωμωδία που είναι «βαθιά» ή πραγματικά «προκαλεί» ή είναι έστω λιγάκι αμφιλεγόμενη -χωρίς να πληγώσεις ανθρώπους- τότε δεν είσαι καλός σε αυτό που κάνεις. Ή μπορεί να είσαι απλά αναίσθητος»

 

Παράλληλα, ο Phillips κατηγόρησε την «άκρα Αριστερά» για την δημιουργία κλίματος ενάντια στην ταινία, παρόλο που ο δικός του Τζόκερ υιοθετεί μάλλον το αριστερό αφήγημα για τα δεινά του κόσμου, παρά το δεξιό.

Όπως παρατηρεί το Infowar, τα γεγονότα που εκτυλίσσονται μοιάζουν να υπαινίσσονται πως βρισκόμαστε στην ταραχώδη δεκαετία του ’80 και βιώνουμε τις συνέπειες του νεοφιλελευθερισμού. Η βυθισμένη στα σκουπίδια πόλη λόγω της -τότε- μεγάλης απεργίας των συνεργείων καθαρισμού και τα δημόσια προγράμματα ψυχικής υγείας που -τότε- κόπηκαν, στέλνοντας δεκάδες έως και εκατοντάδες χιλιάδες ψυχικά ασθενείς στις (ιδιωτικές) φυλακές, βρίσκουν κεντρική θέση στο σενάριο για να περιγράψουν τον κοινωνικό ζόφο που επικρατεί στην Γκόθαμ. Ο δισεκατομμυριούχος υποψήφιος Δήμαρχος που θυμίζει μάλλον την περίπτωση Τραμπ και το «δε νοιάζονται για ανθρώπους σαν εσένα κι εμένα» της «μαύρης» κοινωνικής λειτουργού συμπληρώνουν το ταξικό πλαίσιο της ταινίας.

 

Penny Fleck: He’d make a great mayor. Everybody says so.
Arthur Fleck: Oh, yeah? Everybody, who? Who do you talk to?
Penny Fleck: Everybody on the news. He’s the only one who can save the city. He owes it to us.

 

Πίσω στο ζήτημα της πολιτικής ορθότητας, ο Phillips μάλλον αγνοεί ότι εκτός της ακροδεξιάς που κυριολεκτικά σιχαίνεται το political correctness, υπάρχουν επικριτές της (που τη βλέπουν ως έναν εν δυνάμει μηχανισμό λογοκρισίας) κατά μήκος όλων των πολιτικών ρευμάτων και αποτελεί ζήτημα που δεν προσεγγίζεται εύκολα με τις παραδοσιακές σημάνσεις αριστερά- δεξιά- κέντρο.

Το σημαντικότερο όμως είναι πως ο Phillips μοιάζει να μην κατανοεί πως ο δικός του Τζόκερ φαντάζει ως ένας πολιτικά ορθός εκδικητής. Και αυτή η πτυχή του φαίνεται να ξέφυγε όχι μόνο από τον σκηνοθέτη, αλλά και από την πλειοψηφία των κειμένων που ασχολήθηκαν με τον «γελωτοποιό».

Αν κάτι καθιστά το Joker «νέο Fight Club» που κλείνει τον εικοσαετή κύκλο και αναστοχάζεται πάνω στο τώρα, (θα τολμήσουμε να πούμε πως) είναι αυτή η εκδικητικότητα απέναντι στους politically incorrect, σ’ αυτούς που περιθωριοποιούν, στιγματίζουν και επιτίθενται λεκτικά ή σωματικά στον αδύναμο ή τον διαφορετικό.

Αυτή ακριβώς η τάση από σημαντική μερίδα της κοινωνίας φαίνεται να πυροδοτεί σε παγκόσμιο επίπεδο έναν εσωτερικό κοινωνικό πόλεμο που μαίνεται πιο έντονος από ποτέ. Και την ένταση αυτού του πολέμου (πιστεύουμε πως) φέρνει ο Τζόκερ στο πανί, ο οποίος αν εξεταστεί σε βάθος και όχι με βάση τα προφανή (τη δολοφονική του βία), όχι μόνο δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως alt-right φιγούρα ή mass shooter, αλλά αντίθετα είναι πέρα για πέρα πολιτικά ορθός.

Kι αν υπάρχει μια φράση-γέφυρα με τον Tyler Darden του 1999, ίσως είναι αυτή: «Ο Μεγάλος μας Πόλεμος είναι κοινωνικός πόλεμος»

 

Από δω και κάτω ελαφρύ spoiler alert

Αρχικά, τι σόι alt-right μοναχόλυκος ερωτεύεται μια Αφρο-αμερικανή;

Είναι χαρακτηριστικό πάντως πως η διαβόητη σκηνή στον ηλεκτρικό δεν ξεκινά με τον Τζόκερ στη θέση του αδύναμου, αλλά του παρατηρητή: Μια γυναίκα μόνη πέφτει θύμα σεξιστικού και μισογύνικου ‘φλερτ’, με τον «γελωτοποιό» να τραβάει τα βλέμματα, καθώς ξεσπά σε ασταμάτητα γέλια. Όμως δε μιλάμε για τον «κλασικό» Τζόκερ που γελά «σατανικά». Στην 2019 εκδοχή του, όπως ο ίδιος υποστηρίζει γελάει «σε περιστάσεις που δεν πρέπει», άρα είναι σωστό να υποθέσουμε πως ο σεξισμός τον φέρνει σε αμηχανία και εν προκειμένω πυροδοτεί τη συνέχεια.

Εξίσου χαρακτηριστικό είναι πως τρέμει σύγκορμος, ακούγοντας τον ξύλινο και υποκριτικό λόγο του δισεκατομμυριούχου υποψήφιου δημάρχου Τόμας Γουέην, όταν μιλά για δειλούς που κρύβονται πίσω από μάσκες και φθονούν τους επιτυχημένους και λαμπρούς νέους (τους πρωταγωνιστές της σεξιστικής επίθεσης στον ηλεκτρικό), υποστηρίζοντας πως αυτός νοιάζεται και θα λύσει τα προβλήματα των απλών ανθρώπων της Γκόθαμ.

Παράλληλα, ξεσπάει σε χαχανητά κάθε φορά που ακούει τα ειρωνικά αστεία για τον νάνο συνάδελφό του. Όταν θα καταληφθεί από δολοφονικό αμόκ, θα «επιστρέψει» γρήγορα σε καθεστώς πλήρους διαύγειας προκειμένου να εξαιρέσει το νάνο από τη μανία του και να του χαρίσει τη ζωή. «Ήσουν ο μόνος που μου συμπεριφέρθηκε καλά» θα του πει, αλλά αυτό είναι κάτι που στη διάρκεια της ταινίας δεν το βλέπουμε, αυτό που βλέπουμε είναι πως ήταν ο μόνος πιο εύκολος στόχος από τον Τζόκερ.

Με την ίδια διαύγεια και με μπόλικη πολιτική ορθότητα θα απομυθοποιήσει πλήρως τον αγαπημένο του κωμικό: «Με έφερες εδώ για να με κοροϊδέψεις» θα του πει, δείχνοντας πως δεν έχει πλέον καμία εκτίμηση για το ταλέντο και τη φήμη του.

Σε όλα αυτά να προσθέσουμε, πως ο Τζόκερ πυροδοτεί μια κοινωνική έκρηξη, της οποίας αρνείται να ηγηθεί. Παρόλο που ο ίδιος ψάχνει με αγωνία μια πατρική φιγούρα, δεν δείχνει να θέλει να πατρονάρει τον κόσμο στους δρόμους της Γκόθαμ, στέλνοντας το μήνυμα πως αυτό που συμβαίνει είναι υπόθεση όλων και όχι ενός. Και αυτό το επισημαίνουμε, γιατί κεντρώα φιλελεύθερα μέσα των ΗΠΑ παρομοίασαν τον ‘όχλο’ με αγριεμένους ψηφοφόρους του Τραμπ, παρά την πολιτισμική τους ποικιλομορφία και την αντι-ολιγαρχική συνθηματολογία.

Ίσως βέβαια να κάνουμε λάθος, ίσως να βλέπουμε αυτά που θέλουμε να δούμε και η πολιτική της ταινίας να είναι πιο μουτζουρωμένη κι από τα τρένα της Γκόθαμ, όπως διαβάζουμε στο Popaganda.  Εξάλλου ο ίδιος ο Τζόκερ αρνείται τα πάντα. Ωστόσο, όποια πτυχή του και να είναι αληθινή, μάλλον η μεγάλη εικόνα δεν αλλάζει και αυτή είναι πως η φρενίτιδα γύρω από την ταινία οφείλεται στο γεγονός πως αποτυπώνει το πνεύμα της εποχής: το εσωτερικό των κοινωνιών, το μεγάλο μας χωριό, η μεγάλη μας «Γκόθαμ» φλέγεται. Και οι φλόγες της είναι ψηλότερες από ποτέ.

 

Κάντε το πρώτο σχόλιο

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται.


*